ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΟΥΝΤΙΚΟΥΣ

 



Με αφορμή τα 47 χρόνια από το πραξικόπημα που έκανε η Χούντα σε βάρος του Μακάριου, προκαλώντας ουσιαστικά την Τουρκική εισβολή, την καταστροφή του Ελληνισμού στη Βόρεια Κύπρο και την ομηρία ενός ολόκληρου κράτους μέχρι σήμερα, αξίζει να πάμε μερικές δεκαετίες πίσω για να δούμε ένα περιστατικό άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποδεικνύει ότι τους χουντικούς τους όχι μόνο τους είχαν εντοπίσει 10 χρόνια πριν το πραξικόπημα του 1967, αλλά μπροστά στον κομμουνιστικό κίνδυνο, τους άφησαν ανενόχλητους να ξεσαλώνουν.

“Ένα πρωινό του Ιουλίου 1957 ο τότε αρχηγός του ΓΕΣ, αντιστράτηγος Πέτρος Νικολόπουλος, κλήθηκε από τον υπουργό Εθνικής Αμύνης Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη. Ο υπουργός του παρέδωσε ένα ανώνυμο υπόμνημα, που είχε περιέλθει στα χέρια του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και το οποίο προέβαλλε ποικίλες ανησυχίες περί “εθνικών κινδύνων”... και έφερε την υπογραφή ΕΕΝΑ (Ένωσις Ελλήνων Νέων Αξιωματικῶν), και του ζήτησε να διερευνήσει περί τίνος πρόκειται.
Αναφέρει ο Νικολόπουλος: Ὅταν ἀνέλαβα τὴν ἔρευνα δὲν διέθετα κάποιο συγκεκριμένο στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο θὰ μὲ καθοδηγοῦσε. Σκέφθηκα πὼς ἂν ὑπῆρχε τέτοια ὀργάνωση στὸν Στρατό, θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται ἢ νὰ ἔχῃ ἰσχυρὰ ἐρείσματα μέσα στὸ Ἐπιτελεῖο. Καὶ μάλιστα θὰ περιελάμβανε ἀξιωματικοὺς μὲ τὴ μεγαλύτερη προϋπηρεσία ἐκεῖ. Τὸ Ἐπιτελεῖο ἀνέκαθεν ἦταν νευραλγικὸς χῶρος καὶ μόνο ἀπὸ ἐκεῖ μποροῦν νὰ δράσουν ἀποφασιστικὰ τὰ στελέχη μίας ὀργανώσεως μέσα στὸν Στρατό, δημιουργώντας έναν εὐρύτερο πόλο συσπειρώσεων, ἀλληλοϋποστηρίξεως, ἐξευρέσεως ὑψηλῶν προστατῶν καὶ μεθοδεύσεως τῶν σχεδίων της”.
Οι υποψίες του αυτές τον οδήγησαν στην απόφαση να μην κινηθεί αυστηρά υπηρεσιακά, ούτε να εφαρμόσει τις τρέχουσες διαδικασίες· ακολουθώντας “ανορθόδοξες” μεθόδους, συγκρότησε μια ad hoc επιχειρησιακή ομάδα με έμπιστους ανθρώπους του, στους οποίους ανέθεσε την υπόθεση. Η ομάδα αυτή άρχισε να παρακολουθεί ορισμένους αξιωματικούς του Επιτελείου, ιδιαίτερα όσους εθεωρείτο ότι ανήκαν παλαιότερα στον ΙΔΕΑ. «Διέταξα νὰ παρακολουθοῦν τὰ τηλέφωνα ὁρισμένων ἀπὸ αὐτοὺς», αναφέρει ο Νικολόπουλος, καθώς και «τὶς κινήσεις τους καὶ ἔτσι εἶχα πλήρη εἰκόνα τῶν προθέσεων καὶ τῶν συναντήσεών τους».
Μέσα σε ενάμιση μήνα είχε αποκαλυφθεί ολόκληρο το συνωμοτικό δίκτυο. Στην κίνηση φέρονταν αναμεμιγμένοι περίπου 20 αξιωματικοί, οι περισσότεροι από τους οποίους υπηρετούσαν στο Γενικό Επιτελείο και την ΚΥΠ. Ανάμεσά τους ήταν τα αδέρφια Γεώργιος και Κωσταντίνος Παπαδόπουλος, ο Δημήτριος Πατίλης, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο Ιωάννης Λαδάς, ο Πέτρος Κωτσέλης, ο Νικόλαος Γκαντώνας, ο Στέφανος Καραμπέρης, ο Αντώνιος Λέκκας, ο Μιχαήλ Μπαλόπουλος, ο Αντώνιος Μέξης, ο Μιχαήλ Ρουφογάλης, ο Νικόλαος Ντερτιλής, ο Νικόλαος Πετάνης, με δύο λόγια σχεδόν «ὅλη ἡ χούντα τοῦ 1967».
Διαπιστώθηκε από την έρευνα ότι σκοπός τους ήταν «ἡ δημιουργία καταλλήλως προϋποθέσεων γιὰ μία δυναμικὴ ἐπέμβαση στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώρας». Σύμφωνα με τον αρχηγό του ΓΕΣ, όταν ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση των ερευνών, ενημέρωσε για τα αποτελέσματα τον υπουργό Εθνικής Αμύνης και εκείνος του δήλωσε ότι θα μεταφέρει τις πληροφορίες του στον πρωθυπουργό.
Ύστερα από 15 ημέρες, ο Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Νικολόπουλο και του διεβίβασε την «αὐστηρὴ διαταγὴ» του Καραμανλή «νὰ συλληφθοῦν οἱ Νασεριστὲς». Ο στρατηγός, ωστόσο, εξέφρασε κάποιες σοβαρές επιφυλάξεις: “Ἀνέπτυξα στὸν ὑπουργὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεωροῦσα μία τέτοια ἐνέργεια δικαιολογημένη ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ ἐπικίνδυνη. Ἡ ἀποκάλυψις μίας τέτοιας συνωμοσίας θὰ ἔβλαπτε τὴν ἑνότητα τοῦ Στρατεύματος, θὰ προεκαλοῦντο ἀναταραχὲς ἀπὸ κάποιους προστάτες τους. Κυρίως μία τέτοια τολμηρὰ ἐνέργεια ἔπρεπε νὰ βασίζεται ἐπὶ ὅσο τὸ δυνατὸν πλουσιωτέρου ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ.
Εἰσηγήθηκα μία μεθοδικότερη τακτική, ἡ ὁποία ἔγινε ἀποδεκτή. Κατ’ ἀρχήν, θὰ μετετίθεντο ὅλοι σὲ διάφορες μονάδες τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ὥστε νὰ ἀποδυναμωθοῦν ἀπὸ τὰ πόστα τους στὸ Ἐπιτελεῖο καὶ νὰ δυσκολευθοῦν οἱ συνωμοτικὲς ἐπαφές τους. Ἂν δὲν συνέχιζαν, θὰ ἀπεστρατεύοντο μὲ τὴν κανονικὴ κρίση τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, κατόπιν εἰσηγήσεώς μου. Ἂν συνέχιζαν, θὰ συνελαμβάνοντο –οἱ ἀποδείξεις θὰ ἦσαν περισσότερες– καὶ θὰ παρεπέμποντο στὸ Στρατοδικείο. Ὑπέγραψα ἢ εἰσηγήθηκα τὶς μεταθέσεις τους, σταδιακὰ καὶ μὲ τὸ πρόσχημα ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν, γιὰ νὰ μὴν δοθεῖ ἡ ἐντύπωση ὁμαδικῶν διώξεων στὸν στρατὸ καὶ δημιουργηθοῦν ἐμπλοκὲς γύρω ἀπὸ τὴν ὑπόθεση αὐτή”.
Πράγματι, ξεκίνησε μια διαδικασία μεταθέσεών τους σε επαρχιακές μονάδες, για να αποδυναμωθούν και να αποδιοργανωθεί τα δίκτυό τους, με στόχο –υποτίθεται– την εν συνεχεία αθόρυβη αποστρατεία τους. Οι μεταθέσεις αυτές… δεν έγιναν μαζικά αλλά σταδιακά σε βάθος αρκετών μηνών, για να μην προκληθεί αναταραχή.
...Είναι ενδεικτικό πάντως ότι η απομάκρυνση από το Α2 του ΓΕΣ του Δημήτριου Ιωαννίδη καθυστέρησε έναν ολόκληρο χρόνο, έως τις 3 Αυγούστου 1958, οπότε μετετέθη και αυτός στο Κιλκίς. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι σε ιδιόχειρο σημείωμα που αποδίδεται στον στρατηγό Νικολόπουλο και στο οποίο συνοψίζονται τα αποτελέσματα των ερευνών έως την άνοιξη του 1958, βλέπουμε ότι οι 11 από τους “υπόπτους” εξακολουθούσαν να υπηρετούν, είτε στο ΓΕΣ είτε στην ΚΥΠ…
Μετά τις όποιες μεταθέσεις, ο αρχηγός του ΓΕΣ ενημέρωσε τα μέλη του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, ζητώντας «νὰ παρακολουθοῦν κάθε συνωμοτικὴ κίνηση τῶν προαναφερομένων στὶς νέες μονάδες τους». Ορισμένοι αντιστράτηγοι αντέδρασαν (ανάμεσά τους οι Δημήτριος Σειραδάκης και Αθανάσιος Φροντιστής), κατηγορώντας τον Νικολόπουλο ότι αναζητά «προσχήματα γιὰ σφαγιασμὸ κυβερνητικῶν ἀξιωματικῶν» και ότι, όντας «βενιζελικῆς προελεύσεως», ασκεί «πολιτικὴ διακρίσεων».
Στο μεταξύ όμως, στη χώρα ξεσπούσε η γνωστή πολιτική κρίση που οδήγησε στις πρόωρες εκλογές της 11ης Μαΐου 1958, στις οποίες ναι μεν η επικράτηση της ΕΡΕ υπήρξε σχετικά ευχερής (με 41% και 171 έδρες), αλλά η μεγάλη έκπληξη ήταν η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση (με 25% και 79 έδρες).
Το αποτέλεσμα αυτό σήμανε συναγερμό σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και του “συμμαχικού” παράγοντα, που θεώρησε ότι η εξέλιξη αυτή ενίσχυε το ενδεχόμενο, όχι βέβαια ανόδου της Αριστεράς στην εξουσία, αλλά κυρίως ενδυνάμωσης των τάσεων “ουδετερότητας” που είχαν πυκνώσει στην Ελλάδα, ιδίως με αφορμή το Κυπριακό.
Μετά τις εκλογές και τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης ανέλαβε προσωπικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η ατμόσφαιρα όμως είχε εμφανώς αλλάξει και ο Νικολόπουλος, κατά δήλωσή του, αισθάνθηκε απομονωμένος. Μέσα σε αυτό το κλίμα, τον Σεπτέμβριο του 1958, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης, υπό την προεδρία του Καραμανλή, αποφάσισε την αποστρατεία του Νικολόπουλου και την αντικατάστασή του στην αρχηγία του ΓΕΣ από τον στρατηγό Δημήτριο Σειραδάκη.
Σύμφωνα με τον Νικολόπουλο, η αποστρατεία του ανακοινώθηκε «ἐντελῶς ξαφνικὰ» και όταν επισκέφθηκε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για να ανιχνεύσει τους λόγους, αντιλήφθηκε ότι «εἶχε πέσει καὶ αὐτὸς θύμα κακῶν πληροφοριοδοτῶν, στοὺς ὁποίους τότε, ἀνύποπτος, εἶχε ἐμπιστοσύνη».
Όπως υποστηρίζει, τον προειδοποίησε ότι «ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐγὼ ἔδιωξα καὶ ἐσεῖς θεωρεῖτε ὁπαδούς σας, θὰ φᾶτε συσσίτιο στὴν Σχολὴ Εὐελπίδων ὅλοι οἱ πολιτικοὶ». Και εξηγεί: «Τὸ εἶπα αὐτὸ γιατὶ σ’ ὅλα τὰ προηγούμενα κινήματα, οἱ πολιτικοὶ ποὺ συνελαμβάνοντο, ἐκρατοῦντο στὸ κτίριο ἐκεῖνο. Ἔπεσα ἔξω στὸ κτίριο». Εννοεί ότι τελικώς την 21η Απριλίου οι συλληφθέντες έφαγαν συσσίτιο στο Πεντάγωνο και στου Γουδή.
Η εμπλοκή του Κανελλόπουλου στην υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο, σε μακροσκελή επιστολή που απέστειλε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή επί δικτατορίας, στις 16 Ιουνίου 1969. ”Ἐνθυμεῖσαι ἴσως ὅτι, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1958, [...] Σοῦ διετύπωσα τὴν παράκλησιν νὰ παραμείνῃ ἐπὶ ἕνα ἀκόμη ἔτος ὁ ἀντιστράτηγος Νικολόπουλος εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ ΓΕΣ. Μοῦ εἶχε ζητήσει ὁ ἴδιος νὰ Σοῦ διατυπώσω τὴν παράκλησιν αὐτήν, χωρὶς ὅμως νὰ μοῦ εἰπῇ καὶ τοὺς εἰδικώτερους λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν συνέχισιν τοῦ ἔργου ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου. Ἤδη ἐνεθυμήθη –καὶ μοῦ εἶπε– ὁ στρατηγὸς Φροντιστής, [...] ὅτι ὁ Νικολόπουλος εἶχε ζητήσει ἐπιμόνως ἀπὸ τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου μετεῖχε τότε καὶ ὁ Φροντιστὴς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸ στράτευμα τοῦ Παπαδόπουλου καὶ μερικῶν ἄλλων ὡς ἐπικινδύνων καὶ ὡς συνωμοτούντων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόλαβε καὶ δὲν κατόρθωσε μέχρι τῆς ἰδικῆς του ἀποστρατεύσεως νὰ ἐπιτύχῃ, διότι ὅσα εἶχε εἰπεῖ περὶ Παπαδόπουλου δὲν εἶχαν γίνει ἀκόμη πιστευτά.
Από κυβερνητικούς κύκλους δόθηκε η εξήγηση ότι ο Νικολόπουλος αποστρατευόταν διότι είχε συμπληρώσει τον «ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον χρόνον ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἀνωτάτους βαθμοὺς», που ήταν η οκταετία, ισχυρισμός που υιοθετείται και από τον συντάκτη του χρονολογίου του (πολύ μεταγενέστερα εκδοθέντος) Αρχείου Καραμανλή. Η προβαλλόμενη ωστόσο δικαιολογία δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στα πράγματα. Διότι ναι μεν υπήρχε για τους στρατηγούς το προβλεπόμενο όριο της οκταετίας σε ανώτατους βαθμούς, αλλά ο κανόνας αυτός δεν ίσχυε για τους αρχηγούς των επιτελείων, όπως άλλωστε είχε ήδη επισημανθεί από τότε.
Οι περισσότερες στρατιωτικές πηγές συσχετίζουν ευθέως την αποστρατεία Νικολόπουλου με τις ενέργειές του κατά των συνωμοτών. Ενδεικτικά: «Ἀντὶ νὰ διωχθοῦν καὶ νὰ ἐξουδετερωθοῦν οἱ κατηγορούμενοι, διώχνεται καὶ ἐξοστρακίζεται ὁ Νικολόπουλος» (ταξίαρχος Δ. Οπρόπουλος)·
«Τελικά, ἀντὶ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ συνωμότες, ἐτιμωρήθη ὁ Ἀρχηγὸς ἀποστρατευθεὶς» (συνταγματάρχης Δ. Παραλίκας)· «Ἀντὶ νὰ διαλυθῇ» (στρατηγός Γ. Κουμανάκος).
Εκ των υστέρων, ακόμη και ο στρατηγός Φροντιστής παραδέχτηκε ότι αυτή η υπόθεση υπήρξε «ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Νικολόπουλος ὑπέβαλε [sic] τὴν παραίτησή του».
Μία από τις πρώτες ενέργειες του αντιστράτηγου Σειραδάκη, όταν ανέλαβε την αρχηγία του ΓΕΣ, ήταν να διακόψει τις έρευνες για την ομάδα Παπαδόπουλου και να μεταθέσει τους αξιωματικούς που είχαν πρωτοστατήσει σε αυτές.
Αλλά αυτό ήταν μόνον η αρχή. Τον Νοέμβριο του 1959, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης, πάντοτε υπό την προεδρία Καραμανλή, αποφάσισε την τοποθέτηση ως αρχηγού ΓΕΕΘΑ του αντιστράτηγου Αθανάσιου Φροντιστή και ως αρχηγού ΓΕΣ του αντιστράτηγου Βασίλειου Καρδαμάκη. Σχεδόν αμέσως άρχισε η αποκατάσταση των μελών της συνωμοτικής ομάδας. Όπως αναφέρει ο ταξίαρχος Π. Πανουργιάς (κατόπιν Α2 του ΓΕΣ), την εποχή εκείνη «ἡ ὁμὰς ἔλαβεν τὴν μεγίστην ἰσχύν της. Ἦτο κοινὸν μυστικὸν τότε ὅτι ὁ Πατίλης εἶχε ἀπεριόριστον ἐξουσίαν καὶ ἐπίδρασιν, καθὼς καὶ ὁ Παπαδόπουλος, ὅστις ἔκτοτε ἀπεκαλεῖτο ὁ Νασὲρ τῆς Ἑλλάδος».
Αλλά και ο τότε αρχηγός ΓΕΕΘΑ αντιστράτηγος Φροντιστής (κατόπιν βουλευτής και υπουργός της ΕΡΕ), παρατηρεί ότι ο Καρδαμάκης «ἔσπευσε νὰ ὀργανώσῃ τὸ ἐπιτελεῖον του καὶ τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον του μὲ βάσιν τὰ μέλη τῆς προαναφερθείσης Νασερικῆς ὁμάδος».
«Οἱ εἴκοσι συνωμότες τοῦ ΕΕΝΑ κατέλαβαν τὶς περισσότερες νευραλγικὲς θέσεις στὸ Ἐπιτελεῖο», υπογραμμίζει και ο αντιστράτηγος Νικολόπουλος, και «ἐπὶ Ἀρχηγίας Καρδαμάκη ἦσαν παντοδύναμοι καὶ ἀσύδοτοι».
Υπάρχουν ποικίλες ενδείξεις παρεμβάσεων από πολλές πλευρές για τη διάσωση των συνωμοτών. Σύμφωνα με τον βουλευτή της ΕΡΕ, Νικόλαο Φαρμάκη, ο οποίος διατηρούσε σχέσεις με τη συνωμοτική ομάδα, για τη διάσωση του Παπαδόπουλου μεσολάβησε ο πανίσχυρος τότε διοικητής της ΚΥΠ, στρατηγός Νάτσινας. Υπέρ των συνωμοτών κινήθηκε δραστήρια και ο ταξίαρχος Βέρρος, διευθυντής του Στρατιωτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (και αργότερα γενικός διευθυντής της ΕΡΕ), ο οποίος φέρεται μάλιστα να ενημέρωσε και τα Ανάκτορα ότι «αὐτὰ ὅλα ἦσαν κόλπα τῶν κομμουνιστῶν ποὺ παρασύρανε τοὺς ἀνοήτους» και ότι «πρόκειται γιὰ ὑπερβολὲς τοῦ Νικολόπουλου, ὅλοι οἱ κατηγορούμενοι εἶναι δικοί μας».
Τη σχέση μεταξύ Βέρρου και συνωμοτών υιοθετεί και ο ναύαρχος Αθανάσιος Σπανίδης που τον διαδέχθηκε στη θέση του γενικού διευθυντή της ΕΡΕ τον Ιούνιο του 1965. Όλες αυτές οι εκδοχές έχουν ενδεχομένως σπέρματα αλήθειας, καθώς συνάδουν προς την ίδια περίπου κατεύθυνση. Αλλά αποτελούν τη χρησιμότατη μεν, πλην μικρή ιστορία.
...Όλες αυτές οι προσπάθειες, δεν θα είχαν, παρ’ όλα αυτά, από μόνες τους de facto εξασφαλισμένη επιτυχία, αν δεν συνέτρεχαν και άλλες γενικότερες προϋποθέσεις. Τη σχετική ανησυχία τους άλλωστε εξέφραζαν και οι ίδιοι οι συνωμότες, σε συζητήσεις που είχαν καταγραφεί από την ομάδα παρακολούθησης. Τον Ιούνιο του 1958 ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Ἐνδιαφερόμαστε νὰ μάθουμε τί ἀκριβῶς ξέρουν γιὰ μᾶς. Τί θὰ μᾶς κάνουν;». Και στις 10 Ιουλίου του 1958 αναρωτιόντουσαν με αγωνία: «Γιατί δὲν μᾶς διώχνουν, ἀφοῦ μᾶς ξέρουν καλά;».
Άρα όλη αυτή η κινητοποίηση για τη σωτηρία τους πιθανόν να μην επιτύγχανε, αν δεν το επέτρεπε το ευρύτερο πλαίσιο. Και το ευρύτερο πλαίσιο ήταν το αποτέλεσμα των εκλογών του 1958. Υπήρξαν τότε πολλές προτάσεις διαχείρισης αυτού του αποτελέσματος. Ακόμη και στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης ακούστηκαν φωνές για την ανάγκη απάντησης μέσω της εφαρμογής κοινωνικών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών, τελικώς όμως επικράτησαν οι σκληροπυρηνικοί εκφραστές της δυναμικής αντιμετώπισης της Αριστεράς, και σύντομα οι ποικιλώνυμες υπηρεσίες, επιτροπές και ομάδες εργασίας «ἐπὶ ζητημάτων καταπολεμήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ», «συντονισμοῦ τῶν ἀντικομμουνιστικῶν δραστηριοτήτων» κ.ο.κ., αναδιοργανώθηκαν και άρχισαν να επεξεργάζονται σχέδια και να εισηγούνται ενέργειες...
Σε εκείνο το προσκλητήριο δεν περίσσευε κανείς. Σε αυτό λοιπόν το σενάριο φαίνεται ότι προσχώρησαν τα Ανάκτορα, αλλά τελικώς και ο Καραμανλής, παρά την αρχική του στάση.
Υπενθυμίζω ενδεικτικά ότι στο διάστημα μεταξύ των εκλογών του 1958 και των εκλογών του 1961, συγκροτούνται οι παρακάτω υπηρεσίες:
- η Ειδική Συμβουλευτική Επιτροπή Καταπολεμήσεως του Κομμουνισμού, που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τον διευθυντή της ΚΥΠ, υποστράτηγο Αλέξανδρο Νάτσινα, τον δημοσιογράφο Σάββα Κωνσταντόπουλο, τον διευθυντή του Στρατιωτικού Γραφείου του Καραμανλή, ταξίαρχο Διονύσιο Βέρρο, και τον αντισυνταγματάρχη της ΚΥΠ, Κωνσταντίνο Μητρέλη, ο οποίος ας σημειωθεί ότι ήταν το τέταρτο όνομα στον κατάλογο των συνωμοτών που είχε συντάξει ο στρατηγός Νικολόπουλος, και επί δικτατορίας, επρόκειτο να αναλάβει γενικός διευθυντής του ΕΙΡΤ.
- η Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (ΓΔΕΑ) με διευθυντή τον κινηματία του 1951 στρατηγό Ηρακλή Κοντόπουλο·
- η Δευτεροβάθμια Συντονιστική Επιτροπή Πληροφοριών και Διαφωτίσεως, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι διευθυντές υπηρεσιών πληροφοριών, μαζί με τους αρχηγούς και στελέχη των επιτελείων και αυτοπροσώπως ο αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος, χαράσσοντας όχι πλέον απλώς την “αντικομμουνιστική” πολιτική της Ελλάδας, αλλά και το ίδιο της το πολιτικό μέλλον.
Γιατί είναι αυτή η επιτροπή που έδωσε τελική μορφή στο σχέδιο «Περικλής», το οποίο δεν αρκείτο στη λήψη σειράς μέτρων «ὥστε ὁ κομμουνισμὸς εἰς τὸ ἐγγὺς μέλλον νὰ ὑποστῇ κάμψιν καὶ τὸ ποσοστόν του νὰ κατέλθῃ εἰς ἐπίπεδον κάτω τοῦ 20%», αλλά προχωρούσε στην πλήρη εμπλοκή του μηχανισμού των Ενόπλων Δυνάμεων, στο πλευρό της ΕΡΕ κατά τις επερχόμενες εκλογές της 29 Σεπτεμβρίου 1961, που καταγγέλθηκαν από την πρώτη στιγμή και έχουν μείνει στην ιστορία ως εκλογές “βίας και νοθείας”.
Είναι αξιοσημείωτο και ως ένα βαθμό συμβολικό, ότι στην τελευταία αυτή επιτροπή συμμετείχαν, πέραν του Παπαδόπουλου, πέντε παλαίμαχα μέλη της “Διοικούσας Δέσμης” του ΙΔΕΑ (Φροντιστής, Κοντόπουλος, Νάτσινας, Γωγούσης, Μπάλλας), όλοι τους πασίγνωστοι ήδη από επίσημες εκθέσεις και δημοσιεύματα στον Τύπο·
- η Υπηρεσία Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας, με διευθυντή τον γνωστό ΙΔΕΑτη στρατηγό Νικόλαο Γωγούση, με τον οποίο η συνωμοτική ομάδα Παπαδόπουλου βρισκόταν το 1958 σε στενή επαφή, όπως προκύπτει από την έρευνα του στρατηγού Νικολόπουλου.
Επί δικτατορίας ανέλαβε τη διοίκηση του Μετοχικού Ταμείου Στρατού και της Γενικής Τραπέζης. Και κλείνω υπενθυμίζοντας ότι στην τελευταία αυτή Υπηρεσία Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας προσελήφθη την εποχή εκείνη και ο σοβιετολόγος Γεώργιος Γεωργαλάς, ο οποίος σε υπηρεσιακή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 1962, ανέφερε επί λέξει τα εξής:
“Εἰς τὰς ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν προσκαλουμένας συγκεντρώσεις, αἱ ὑπηρεσίαι μας ἀκολουθοῦν τὴν τακτικὴν νὰ παρεμβάλωμεν πρόσωπα πρὸς πρόκλη σιν συγχύσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐὰν ἀποτύχῃ ἐνθαρρύνει τοὺς κομμου νιστὰς καὶ ἀποθαρρύνει τοὺς παρεμβαλλομένους. Προτείνω ὡς ἀποτελεσματικὴν μέθοδον πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν κομμουνιστικῶν συγκεντρώσεων, τὰς ἀντισυγκεντρώσεις”.
Η πρόταση Γεωργαλά έγινε ομοθύμως δεκτή. Ακριβώς 14 μήνες αργότερα, στις 23 Μαΐου 1963, μια τέτοια αντισυγκέντρωση οργανώθηκε στη διασταύρωση των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου και Ερμού, στη Θεσσαλονίκη. Με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο δε Γεωργαλάς εξασφάλισε υπερτριετή κυβερνητική θητεία επί δικτατορίας...
...Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ...κράτησε επί του ζητήματος αυτού μέχρι τέλους απόλυτη σιωπή. Ούτε κατά την εποχή που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, ούτε επί δικτατορίας, ούτε καν μετά τη μεταπολίτευση, όταν όλη η υπόθεση βγήκε στο φως, με τη συνέντευξη Νικολόπουλου, την αρθρογραφία Κανελλόπουλου, τις επιστολές των στρατηγών Φροντιστή και Σειραδάκη καθώς και τις καταθέσεις αξιωματικών στη δίκη των πραξικοπηματιών, δεν έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί ο ίδιος ποτέ δημοσίως στην απόφασή του εκείνη που, εκ των πραγμάτων, αποδείχθηκε μοιραία για την πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας"

Σχόλια